Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2008

Η ΛΥΡΑ Η ΚΑΣΙΩΤΙΚΗ


Η λὐρα η Κασιὠτικη στὀν κὀσμο ειν᾽ξακουσμἐνη
και σἠμερα οπως παλιἀ ειναι αρματωμἐνη.
Σἠμερο λὐρα λἐουτη παλιἀ ομως ῾῾λυρἀκι῾῾
ελἐατι οι παλεοἰ που παἰζα με μερἀκι.
Τὠρα ολοι τη σιἀζουνε ακὀμη πιο μεἀλη
᾽ποτι τη ᾽σιἀζαν οι παλιοἰ κ᾽εχει φωνἠ ἀλλη.
Ξὐλα πολλἀ χρησιμοποιοὐν για την κατασχευἠ της
φλαμοὐρι, ασκελἰνι, καρυδιἀ, σκαλἰζει ο τεχνἰτης.
Και για καπἀκι βἀζουνε φλαμοὐρι η κατρἀνι
κι᾽ασπορο κυπαρισσὀξυλο κιαυτὀ θαρρὠ πως κανει.
Εχει χορδἐς , τρεἰς ειναι ὀλες κι᾽ὀλες
το σχἐδειὀ της γἰνεται συμμετρικὀ σε κὀλες.
Η απἀνω και μεσσιακἠ ειναι οι δὐο πρὠτες
κι᾽η αομἐσα ὀπου ἐπαιζαν οι παλαιοἰ Κασιὠτες.
Γιαυτὀ και λἐμε σἠμερα ῾ἡ σοὐστα της Απἀνω῾῾
που παἰζουν στην εμπρὀς χορδἠ εις το λαιμὀ αοπἀνω.
Σἀν ειν᾽καλὀς ο λυριστἠς διπλἀζει το οξἀρι
κι᾽οσοι τον᾽κοὐουν αρωτοὐν ῾῾ποιὀ ειν᾽το παλλικἀρι῾῾
Ο λυριστἠς αν ειν᾽καλὀς σἀν παἰζει το οξἀρι
πἀντα στην ἀκρη το πατεἰ και το τραβἀ με χἀρη.
Τὀξο το λἐαν οι παλαιοἰ καμπυλωτὀ το κἀναν
πἀντα με τρὀπο ειδικὀ απ᾽την ἀκρη το εμπιἀναν.
Πἀνω του πἀντα εβαλλαν τρἰχες ουρἀς αλὀγου
και με στριφἀρι ερρὐθμιζαν το τἐντωμα του ξὀγου.
Ξὐλινος στἐλος στἠριζε κἀτω τον καβαλλἀρη
που πἀνω στἐκονται οι χορδἐς που βρἰσκει το δοξἀρι.
Οι λυριστἐς δεν ξἐρουνε ν᾽τες για να διαβἀζουν
μα ωσἀ την λὐρα παἰζουνε τον κὀσμο ενθουσιἀζουν.
Κανουν πολλοἰ τουσ λυριστἐς και μολοοὐν την λὐρα
μα λἰγοι παἰζουνε σωστἀ και ἐχουνε την πεἰρα.
Εγὠ την λὐρα παἰζω τη για κἐφι μου και μὀνο
χατἠρι για τους φἰλους μου και δἐν το μετανοιὠνω.
Σαν ειν᾽καλὀς ο λυριστης ποτἐ του δεν ποθαἰνει
κι᾽η φἠμη του απλὠνεται σ᾽οὐλη την οικουμἐνη.
μα εχει και λυριστἐς καλοὐς που λἰγοι γροιικοὐνε
γιατἰ ειν᾽σεμνοἰ και ταπεινοἰ και δεν ψηλοπετοὐνε.
Σαν αποθἀνω θελω εγὠ τη λὐρα συντροφιἀ μου
που κι᾽οσω ζὠ την εβαστὠ πἀνω στα γὀνατἀ μου.
Σαν αποθἀνω λὐρα μου θἐλω να μου κλουθἠξεις
στον κἀτω κὀσμο ἐλα εσὐ να με παρηγορἠσεις,

Ποἰησις:
Εμμανουἠλ Καρβουνἀς του Ιωαννη
Αντιγραφή:Φρανγκισκος Σοίλης