Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

...Δεν θα πάω στην Κάσο να φάω σνίτσελ Βιενουά, μην τρελαθούμε, θα φάω Κασιώτική πίτα!....

Ο γενικός διευθυντής του ΣΕΤΕ Γιώργος Διακόπουλος τα λέει έξω από τα δόντια για τον ελληνικό τουρισμό (και όχι μόνο). Πιστεύει ότι η Ελλάδα είναι η καλύτερη χώρα του κόσμου αρκεί να διορθώσει μερικά στραβά (δείτε παρακάτω ποια). Μιλάει όμως και για την ευκαιρία να βγούμε μπροστά ως προορισμός με σημαία την ελληνική γαστρονομία. Μια ιδέα που δεν απαιτεί πολλά λόγια αλλά περισσότερες πράξεις και που το FnL στηρίζει σθεναρά! -Πώς εξελίσσεται η χρονιά φέτος; Θα μπορούσε να ήταν καλύτερα, όμως θα μπορούσε να εξελιχθεί και πολύ χειρότερα, από τα στοιχεία που έχουμε μέχρι στιγμής. Το τελικό αποτέλεσμα από τα στοιχεία Σεπτεμβρίου σε επίπεδο διεθνών τουριστικών αφίξεων είναι κοντά στα 16 εκατομμύρια, περίπου 2-3% κάτω, σε σχέση με πέρυσι, που ήταν μια χρονιά ρεκόρ. Θα υστερήσουμε λίγο σε έσοδα λόγω των προσφορών μεταξύ των δύο εκλογών που είχαν παγώσει οι κρατήσεις. Μπορεί να είναι μείον 5-8%, δεν έχουμε ακόμα τα στοιχεία για τον Αύγουστο, που είναι βασικός μήνας και για τον Σεπτέμβριο που είναι καλός μήνας σε επίπεδο εσόδων. Επίσης έχουμε διαφοροποίηση ως προς την κατανομή: η Αθήνα είναι μείον 15%, κάτι που αν προστεθεί στις περσινές και τα προπέρσινες απώλειες, η πόλη έχει χάσει πάνω από το 40%-50% της ζήτησης και είναι απορίας άξιον πώς κάποια ξενοδοχεία καταφέρνουν και μένουν ανοιχτά. Στην υπόλοιπη Ελλάδα οι προορισμοί που είχαν αποκλειστικά Έλληνες ή ελληνική πελατεία κατά κύριο λόγο υπέφεραν, γιατί οι Έλληνες ταξίδεψαν λιγότερο και ξόδεψαν ακόμα λιγότερα. Άρα υπάρχει μια ανισοκατανομή στο σύνολο της χώρας. Ωστόσο ο τουρισμός αποδείχτηκε ανθεκτικός, κράτησε ένα καλό επίπεδο και κυρίως δεν μείωσε τις θέσεις εργασίας όπως έγινε σε άλλους τομείς. -Πιστεύετε ότι η ανταγωνιστικότητα στον ελληνικό τουρισμό συνδέεται με τη μείωση των μισθών; Όχι, αυτό είναι τεράστιο λάθος. Κάθε προσπάθεια να ανταγωνιστείς σε επίπεδο κόστους είναι αποτυχημένη από την αρχή. Η Ελλάδα έχει να παλέψει με χώρες που έχουν πολύ φθηνό εργατικό δυναμικό, χαμηλό ΦΠΑ και, συν τοις άλλοις, μπορούν να παίξουν με τη συναλλαγματική τους ισοτιμία.. Η χώρα μας είναι μέλος της Ευρωζώνης και έχει υψηλό επίπεδο κόστους. Το έχουμε πει πολλές φορές και το έχουμε αποδείξει στη μελέτη του 2005 για την ανταγωνιστικότητα. Ο ανταγωνισμός στην Ελλάδα πρέπει να μεταφραστεί σε επίπεδο value for money, σχέση τιμής-ποιότητας. Ούτε σχέση μόνο ποιότητας, γιατί ούτε εκεί μπορείς να παίξεις εύκολα. -Γιατί το λέτε αυτό; Είναι εντυπωσιακό. Σοβαρά, σας εντυπωσιάζει; Ζείτε σε μια χώρα που τα σκουπίδια είναι σε όλους τους δρόμους, το κέντρο της Αθήνας ζέχνει και βρομάει. Τελευταία φορά που φτιάξαμε διαγραμμίσεις ήταν στους Ολυμπιακούς Αγώνες, οι δρόμοι είναι γεμάτοι λακκούβες. Σε όποια παραλία πάμε πετάμε γόπες και κουτάκια. Στα αυτοκίνητα ανοίγουμε τα παράθυρα και πετάμε τα σκουπίδια, έχουμε το σύνδρομο του αντί-σέρβις, σε πάρα πολλές κουζίνες ταβερνών έχουμε το τσιγάρο δίπλα. Η ποιότητα σε αυτή τη χώρα έχει να διανύσει πολύ δρόμο, κατά συνέπεια η ανταγωνιστικότητα πρέπει να εστιάσει στο value for money. Τι δίνεις, τι παίρνεις. Όποιος άλλος πιστεύει ότι το παιχνίδι είναι διαφορετικό, χαιρετίσματα. -Άρα ποιες χώρες πρέπει να ανταγωνιστούμε; Γιατί δηλαδή θα πρέπει ανταγωνιστούμε κάποιους άλλους; Γιατί να είμαστε στην κατηγορία followers; Έχουμε ένα εξαιρετικό πρωτογενές προϊόν, core product στη γλώσσα του μάρκετινγκ, με προβληματική προστιθέμενη αξία. Ας ορίσουμε εδώ τον ανταγωνισμό στον τουρισμό, γιατί υπάρχει σύγχυση. Έχει δύο όψεις: είτε παράγω το ίδιο ή παρεμφερές προϊόν με κάποιον άλλο είτε επιδιώκω να πάρω την ίδια αγορά. Αν παράγω «ήλιο και θάλασσα», που είναι ίδιο με αυτό της Τουρκίας, της Κύπρου, της Αιγύπτου, στο προϊόν «ήλιος και θάλασσα» ανταγωνίζομαι αυτές τις χώρες. Δεν μπορώ να κάνω τουρισμό shopping, αν και πολύ θα ήθελα να έρχονται εδώ οι Γιαπωνέζοι και οι Κινέζοι και να τα ακουμπάνε, αλλά, γαμώτο, δεν έχω brands ούτε αγορά. Άρα κοιτάς τι προϊόν έχεις και πώς να το πουλήσεις καλύτερα. Αν εγώ, ο Κύπριος, ο Πορτογάλος σκοπεύουμε στο ίδιο κομμάτι της αγοράς, δηλαδή τη Γερμανική οικογένεια με δύο παιδιά, τότε ανταγωνιζόμαστε σε αυτό το επίπεδο της ζήτησης. Είναι σαν ένα matrix: αθροίζεις τα διάφορα κουτάκια του και βλέπεις με ποια χώρα ανταγωνίζεσαι σε πολλά πράγματα. Μια απλή ερώτηση: στην κρουαζιέρα που έχουμε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, ποιοι φαντάζεστε ότι μπορεί να είναι ανταγωνιστές μας στη Γερμανική αγορά. Μη σας παιδεύω, είναι οι χώρες που περνάει ο Ρήνος, γιατί για το Γερμανό η κρουαζιέρα σημαίνει ποτάμι. Για τους Άγγλους εναλλακτικός προορισμός της Μεσογείου είναι η Γουατεμάλα και η Ονδούρα, η Καραϊβική δηλαδή. Όμως αν ρωτήσεις ποιοι είναι οι ανταγωνιστές της Ελλάδας στην κρουαζιέρα κανείς δεν θα σου πει τη Γουατεμάλα. Αν λοιπόν το δεις ως προϊόν, γιατί έτσι πρέπει, τότε για να ανταγωνιστείς για την αγγλική αγορά, για να ψήσεις τον Άγγλο, πρέπει να του πεις «κοίτα φίλε εγώ έχω καλύτερο προϊόν από της Γουατεμάλας ή της Ονδούρας». Ή αν πάω στο Γερμανό θα του πω, «Τι πας στο ποτάμι ρε κουμπάρε; Εδώ είναι άλλο πράγμα!» Άρα ο ανταγωνισμός είναι ανά τμήμα της αγοράς και ανά προϊόν. Ζουμάρεις μετά σε ποια τμήματα της αγοράς και σε ποια προϊόντα κοντράρει κάποιος πιο πολύ και, ναι, θα σου βγει η Τουρκία αυτή τη στιγμή ότι είναι ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής σου. Με την Ιταλία για παράδειγμα, το δικό μου προϊόν «ήλιος και θάλασσα» είναι απείρως καλύτερο από αυτό που έχουν οι Ιταλοί. Αλλά η Ιταλία έχει ένα πολιτιστικό προϊόν απείρως καλύτερο από το δικό μας. Έχει επίσης ένα γαστρονομικό προϊόν που η αγορά το εκλαμβάνει ως απείρως καλύτερο από το ελληνικό. Έτσι θα κοντράρω, ας πούμε, την Τουρκία στο προϊόν «ήλιος και θάλασσα» στην αγορά της Γερμανίας. Αυτή είναι η σωστή προσέγγιση, η άλλη είναι των άσχετων. Δεν θα πας να κοντράρεις την Ιταλία στο πολιτιστικό προϊόν, η οποία έχει πόλεις ανοιχτά μουσεία. Είναι αφελές να λες «θα πάω να κοντράρω αυτό». Άσχετα αν έχεις την δυνατότητα να αναπτύξεις πολιτιστικό τουρισμό. -Μιλάτε για κάποιους micro ανταγωνισμούς... Το να φέρεις τον πελάτη στη δικιά σου επιχείρηση είναι το τελευταίο επίπεδο ανταγωνισμού. Είναι απειροελάχιστοι οι πελάτες που διαλέγουν λέγοντας «θα πάω στο Τζώρτζης apartment». Λένε «θα πάω στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στην Ισπανία ή θα πάω κάπου για να κάνω αυτό που μου αρέσει. Μου αρέσει το surfing. Πού θα πάω; Στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στον Ατλαντικό γενικά. Θα μπορούσα να πάω και στην Ελλάδα». Έτσι πρώτα επιλέγει κανείς τι θα κάνει, μετά διαλέγει χώρα, μετά Πάρο, Σκιάθο, Ρόδο και μετά πάει στο επίπεδο της επιχείρησης. Δηλαδή, η επιχείρηση, που γι’ αυτή βγάζουμε τα ματιά μας, είναι το τελευταίο επίπεδο του ανταγωνισμού. Αφιερώνουμε πολύ περισσότερες δυνάμεις και πόρους για να σπρώξουμε αυτό, ενώ το επίπεδο του ανταγωνισμού είναι αλλού. -Μιλάμε για συνολική έλλειψη εθνικής στρατηγικής; Ναι, έχουμε συνηθίσει να ζούμε με έλλειψη στρατηγικής και μάρκετινγκ στον ελληνικό τουρισμό. -Δεν είναι αντιφατικό αυτό; Γιατί τελικά υπάρχει αυτή η έλλειψη; Για πολλούς και διαφόρους λόγους. Το ένα είναι ότι σαν χώρα έχουμε ανοργανωσιά και δεν είναι μόνο ο τουρισμός που πάσχει από έλλειψη στρατηγικής και οράματος. Από την άλλη μεριά, το γεγονός ότι το core product, το πρωτογενές προϊόν, είναι πολύ δυνατό, μας σώζει κάθε τρεις και λίγο. -Επαναπαυόμαστε δηλαδή… Ναι, ο τουρισμός είναι η εύκολη αγελάδα. Ήλιο και κλίμα καλό έχουμε. Ωραία θάλασσα, αρχαία, κάτι θα γίνει, θα γεμίσουμε. Θα τη βγάλουμε, θα επιβιώσουμε. Αυτό βέβαια γινόταν πιο εύκολα πριν από μερικά χρόνια. Και σε λίγο θα γίνουν πιο δύσκολα τα πράγματα. Πριν από μερικά χρόνια ήταν πιο δύσκολο και κοστοβόρο να πετάξεις μακριά. Τώρα είναι πολύ πιο εύκολο και φτηνό. Άρα εκεί που κανείς δεν φανταζόταν ότι ο Γερμανός θα πάει στις καλοκαιρινές του διακοπές στην Ταϊλάνδη, τώρα είναι μια πολύ εύκολη επιλογή. Οι διαφορές πια δεν είναι τεράστιες. Αν δεν το καταλαβαίνουμε αυτό, έχουμε θέμα. -Γιατί οι ιθύνοντες πολιτικοί δεν το καταλαβαίνουν; Σε δημοκρατική χώρα ζούμε. Εμείς ψηφίζουμε υπουργούς και βγάζουμε κυβερνήσεις... -Το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να κάνει η νέα υπουργός Τουρισμού, ποιο θα ήταν; Να ρωτήσετε την υπουργό τι θα έπρεπε να κάνει. Εμείς έχουμε καταθέσει ολόκληρο σχέδιο, πώς θα πάμε μέχρι το 2020, πολύ αναλυτικό. Τι άλλο να κάνουμε; -Ποιο είναι το πιο «εγκληματικό» πράγμα, αυτό που δεν έχει γίνει στον τουρισμό; Το βασικότερο είναι ότι οι εκάστοτε κυβερνήσεις επί χρόνια, αγνοούσαν τον τουρισμό. Τη μία έχουμε υπουργείο, την άλλη δεν έχουμε. Τη μία πάει υπό το τάδε υπουργείο, την άλλη είναι ψιλοανεξάρτητο, χωρίς ουσιαστικές αρμοδιότητες. Δεν υπάρχει μια σαφής πολιτική. -Η ύπαρξη ενός υπουργείου είναι πανάκεια για να λυθούν τα προβλήματα; Σε καμία περίπτωση. Το υπουργείο λειτουργεί σε ένα επίπεδο σημειολογικό, ότι αναγνωρίζεις ένα σημαντικό τομέα. Φανταστείτε τη Σαουδική Αραβία χωρίς υπουργείο Πετρελαίου. Το δεύτερο είναι να έχεις υπουργείο με ουσιαστικές αρμοδιότητες. Το κυριότερο όμως είναι να έχεις σαν κυβέρνηση τον τουρισμό στις προτεραιότητες της πολιτικής σου. Αυτό διευκολύνει πολλά πράγματα. Εγώ πάντως δεν βλέπω σε αυτή τη χώρα κάτι άλλο που να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό εκτός από τον τουρισμό και τη ναυτιλία. Η ναυτιλία όμως, ενώ συνολικά κάνει μεγάλους τζίρους σε σχέση με τον τουρισμό, απασχολεί λιγότερο κόσμο. Και δεν διαχέει με τον ίδιο τρόπο στην περιφέρεια τα οφέλη όπως ο τουρισμός. Η ναυτιλία είναι διεθνής δραστηριότητα που συγκεντρώνεται σε κάποια ελληνικά χέρια. Φανταστείτε ένα τάνκερ που κάνει εκατομμύρια τζίρο το χρόνο. Όμως απασχολεί 30 άτομα προσωπικό, όσα δηλαδή ένα μικρό ξενοδοχείο. -Ως ΣΕΤΕ δίνετε έμφαση στο γαστρονομικό τουρισμό. Είδα και τη μελέτη του 2009 και αναρωτιέμαι αν εισακουστήκατε. Ως προς την υποδοχή της μελέτης τα συνήθη πράγματα. Ο λόγος πάντως που επιμένουμε στην γαστρονομία είναι ο εξής: πρώτον, είναι κάτι που υπάρχει. Ένα προϊόν που δεν χρειάζεται να το φτιάξουμε από την αρχή όπως ας πούμε συνεδριακά κέντρα. Απλά πρέπει να το καταγράψουμε. Είναι εδώ, δηλαδή δεν χρειάζεται επενδύσεις και δεν χρειάζεται να χάσουμε χρόνο. Τι καλύτερο από αυτό για να βγούμε μπροστά; Υπάρχει σε όλη την Ελλάδα καλό προϊόν. Βέβαια ίσως ο όρος γαστρονομία να είναι λίγο ριψοκίνδυνος, γιατί θα σε συγκρίνουν αμέσως με τη Γαλλία και την Ιταλία. Αλλά η δικιά μας σκέψη είναι να βάλουμε στο μυαλό του καταναλωτή ότι «θα πάω στην Ελλάδα, θα έχω καλό καιρό, θα δω αρχαία, θα κάνω μπάνιο, θα φάω και καλά». Δεν ενδιαφέρει αν θα το πει υψηλή γαστρονομία, είναι εξαιρετικά δευτερεύον, ας ξέρει ο επισκέπτης ότι θα φάει καλά, ότι θα βρει τοπικές γεύσεις οι οποίες είναι καλές, αυθεντικές, σωστά τιμολογημένες και με αυτές θα συμπληρώσει την εμπειρία του στην Ελλάδα ως τόπο διακοπών. Άρα μπορούμε να κάνουμε δέκα ενέργειες, ώστε σε τρία με πέντε χρόνια να καταφέρουμε τη διεθνή αγορά να επιλέξει την Ελλάδα και για να φάει καλά; Όπως έχει εντυπωθεί για τη Θεσσαλονίκη ότι θα πας και θα φας καλά, έτσι πρέπει να κάνουμε και για την υπόλοιπη Ελλάδα. -Πώς μπορούμε να πάμε από την επιδερμική αντιμετώπιση, του τύπου mοusaka, στις τουριστικές περιοχές σε μια πιο ευγενική προσέγγιση της γεύσης; Είναι θέμα χρόνου και ενασχόλησης. Αν ασχοληθείς με τον προορισμό και πέσεις πάνω του σε επίπεδο εκπαίδευσης, θα γίνει. Δείτε τι έχει γίνει τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, πόσες καλές προσπάθειες έχουν υπάρξει, άσχετα αν μας αρέσει το αποτέλεσμα ή όχι. Δείτε πώς έχει αλλάξει η εικόνα στην κοινωνία για το μάγειρα: από εκεί που έλεγαν «κατσαρολάς, λίγδα, μουτζούρα», τώρα λένε σεφ. Το να φτάσουμε βέβαια στο επίπεδο της Γαλλίας είναι νωρίς, αλλά δεν απέχουμε από το να δώσουμε μια αξιοπρέπεια σε αυτή τη δουλειά που ήταν κάποτε παρακατιανή. Στα αμέσως επόμενα χρόνια θα δούμε πολλά ταλαντούχα παιδιά και θα έχουμε ωραία αποτελέσματα. Πάμε να δούμε τώρα, πως έρχεται αυτό στον καταναλωτή. Ανοίγεις το Αθηνόραμα, πόσες εγγραφές θα δεις από τοπικές κουζίνες; Πέντε, έξι; Ανοίγεις το αντίστοιχο Μαδριτόραμα και βρίσκεις 17 κατηγορίες, όσες και οι περιφέρειες της Ισπανίας. Κουτσίνα καταλάνα, μπάσκα κ.λπ. Το έχουμε κι εμείς εδώ: υπάρχει κουζίνα Κρητική με ξεχωριστά χαρακτηριστικά, το ίδιο ισχύει και στα νησιά του Αιγαίου, στη Στερεά Ελλάδα, στη Μακεδονία, στη Θράκη, στην Ήπειρο. Γιατί να μην το αναδείξουμε, αφού σε κάθε περιοχή της χώρας υπάρχει κάτι ξεχωριστό, καλό και επαρκές, με δικά του χαρακτηριστικά; Πρέπει να το μορφοποιήσουμε και να δείξουμε στον κόσμο ότι μια χαρά είμαστε. -Μήπως πάει να επιβληθεί κάτι άνωθεν σε μια κοινωνία που ακόμα δεν το έχει συνειδητοποιήσει; Πρέπει να πιάσουμε όλο αυτό τον κόσμο, να τον εκπαιδεύσουμε, να τον εμπνεύσουμε, να του δείξουμε πέντε πράγματα για να καταλάβει τι δυνατότητες έχει. Και αν γίνει η αρχή και δει και το διπλανό του, θα ζηλέψει ο άλλος και θα το κάνει και αυτός. Δεν υπάρχει περίπτωση να πας κάπου στην Ελλάδα και να μη βρεις μια καλή ταβέρνα, ένα εστιατόριο που να έχει τοπικό φαγητό. Δεν θα πάω στην Κάσο να φάω σνίτσελ Βιενουά, μην τρελαθούμε, θα φάω Κασιώτική πίτα! Υπάρχουν λοιπόν αυτές οι προσπάθειες, απλώς πρέπει να σπρωχτούν λίγο παραπάνω. -Περιμένετε να σας βοηθήσει η πολιτεία στην προσπάθειά σας; Όχι. Και γιατί να τα περιμένουμε όλα από την πολιτεία; Αφού σε ορισμένα πράγματα δεν μπορούν να το κάνουν; Τουλάχιστον να μην σου δημιουργήσουν πρόβλημα. Να πουν ένα καλό λόγο, δεν μας πειράζει. Να φύγει αυτή η νοοτροπία ότι η πολιτεία πρέπει πάντα να βοηθάει. Ας σου φτιάξει ένα πλαίσιο ρυθμιστικό για να μπορείς να λειτουργείς σωστά. Μπορεί η Ελληνική πολιτεία να εξασφαλίσει ότι αυτά τα φαγητά θα παράγονται υπό καλές συνθήκες, θα είναι πιστοποιημένα, θα είναι ασφαλή για τον καταναλωτή; Αυτό τουλάχιστον μπορεί να το κάνει. -Άρα μπορεί να σταθεί το κράτος έστω και σαν αποτελεσματικός παρατηρητής… Μπορεί να κάνει απλές κινήσεις που κοστίζουν σχετικά λίγο σε επίπεδο έρευνας και προβολής. Αν υποθέσουμε ότι είχαμε ένα καλό site και όχι αυτό που έχουμε σήμερα για τον ελληνικό τουρισμό, έπρεπε να υπήρχε ένα ξεχωριστό τμήμα για τη γαστρονομία. -Για ποια πράγματα θα πρέπει να είμαστε περήφανοι για τον ελληνικό τουρισμό; Επειδή υπάρχουμε σε αυτό το μέρος της γης, που έχει ήλιο και θάλασσα, πρέπει να είμαστε περήφανοι; Ή επειδή οι αρχαίοι ημών πρόγονοι έχτισαν τον Παρθενώνα, πρέπει να κοκορευόμαστε; Τυχερός είμαι που ζω σε αυτό το περιβάλλον. Για να είμαι περήφανος πρέπει να κάνω κάτι και εγώ, να προσθέσω και εγώ κάτι. -Ως ΣΕΤΕ, για τι πράγμα είστε περήφανοι; Ας μας κρίνουν άλλοι, δεν θα κρίνω εγώ τον ΣΕΤΕ. Ας κρίνουν τα μέλη του, ο τουριστικός κόσμος, η κοινωνία. Σαφέστατα προσπαθούμε, κάνουμε πράγματα, έχουμε να επιδείξουμε έργο, άσχετα αν συμφωνεί κάποιος με όσα λέμε. -Όμως παράγετε έργο και κάποια πράγματα τα πιστεύετε πολύ. Πιστεύουμε ότι ο ελληνικός τουρισμός μπορεί να είναι ένας πολύ ανταγωνιστικός τομέας της ελληνικής οικονομίας και ένας από τους πυλώνες της ανάπτυξης και αυτό προσπαθούμε να περάσουμε στην εκάστοτε κυβέρνηση, ώστε να το βάλει σαν πολιτική προτεραιότητα. Αυτό προσπαθούμε να περάσουμε στους συναδέλφους, ώστε να λειτουργούμε καλύτερα και αποδοτικότερα. Ένας μεγάλος τομέας όπως ο τουρισμός με 16% στο ΑΕΠ, προφανώς θα έχει μέσα και τις πολύ καλές επιχειρήσεις και τις μέτριες και τις κακές. -Πόσο έχετε συμβάλλει στην αλλαγή της νοοτροπίας του εύκολου κέρδους και του άρπα κόλα; Δεν υπάρχουν αριθμητικά δεδομένα. Η αίσθηση που υπάρχει όμως είναι σαφέστατα ότι έχουν γίνει βήματα μπροστά. Είμαστε συνεπείς με τις αρχές μας και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Γενικά η Ελλάδα αν διορθώσει βασικές μαλακίες, τις χοντρές μαλακίες -έτσι να το γράψετε- που κάνει, θα γίνει η καλύτερη χώρα του κόσμου. -Ποιες είναι αυτές; Ο μέσος Έλληνας καταλαβαίνει τι εννοούμε. Μπορείτε να μου εξηγήσετε γιατί κάθε μέρα περνάμε με κόκκινο; Και μη μου πείτε ότι δεν περνάμε, γιατί θα σας κατεβάσω στην Φιλελλήνων κάτω, να δείτε τι γίνεται. Με αυτό, όμως, σκοτωνόμαστε. Πετάμε σκουπίδια έξω από τα αυτοκίνητα, ναι ή όχι; Παραπονιόμαστε –σωστά- για τους πολιτικούς που κλέβουν, άσχετα αν μπορούμε να το αποδείξουμε ή όχι; Αλλά από την άλλη πλευρά ο μέσος Έλληνας καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να κλέψει είτε δηλώνοντας τυφλός, είτε παίρνοντας επιδόματα πεθαμένων. Και όλοι μας έχουμε δηλώσει λάθος τετραγωνικά στο σπίτι μας. Όμως όλα αυτά κάνουν δύσκολη τη ζωή μας χωρίς λόγο. Ποιος ο λόγος να κλέψουμε στην ουρά όταν περιμένουμε κάτι; Τρελά πράγματα. Όλοι βάζαμε μέσον, για να πάει το παιδί μας κοντά φαντάρος, για να πάρει μεταγραφή από το ένα πανεπιστήμιο στο άλλο. Ο κατάλογος είναι ατελείωτος. Έχουμε μια σταλιά χώρα και δεν υπάρχει κτηματολόγιο. Έχουμε τόσες χιλιάδες χιλιόμετρα ακτογραμμή και δεν έχουμε ένα τρόπο να τη μανατζάρουμε. Τη μια κάνουμε έτσι, την μια αλλιώς, θα χτίσουμε στον αιγιαλό, λες και ο αιγιαλός είναι ίδιος. Αλλού έχει άμμο, αλλού πέτρες, αλλού κατσάβραχα, αλλού κλίση, αλλού είναι αστική περιοχή, αλλού δεν έχει τίποτα. Άντε, όλα σε ένα τσουβάλι. Είναι απίστευτο αυτό που γίνεται εδώ. -Διάβαζα ότι θέλουν να πουλήσουν κάποια νησιά και έχουν φτιάξει μια λίστα πρόχειρη. Ας πούμε, κάποιο νησί ανήκει σε εφοπλιστή. Το άλλο είναι στο θαλάσσιο οικολογικό πάρκο της Αλοννήσου. Ανεξαρτήτως από το αν συμφωνεί κανείς με την πώληση, γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε μια δουλειά σωστά; Γιατί γίνεται αυτό δεν ξέρω. Προφανώς κάποιος δεν κάνει σωστά τη δουλειά του. Από την άλλη μεριά, όμως ξυπνάμε κάθε τρεις και λίγο και μας πιάνουν τα «μην πειράξετε το ένα, μην πειράξετε το άλλο». Ωραία, να πάμε στην περίφημη Αθηναϊκή Ριβιέρα, για την οποία λέμε «τι όμορφη είναι η παραλία της Αθήνας και τι κοντά που είναι και τι τυχεροί που είμαστε και αφήστε τις παραλίες για το λαό». Πηγαίνετε να δείτε τι γίνεται από το Φάληρο μέχρι τη Γλυφάδα. Ζέχνει και βρομάει. Το αφήσαμε για το λαό… Μην δοθεί για αξιοποίηση, ενώ στη Βαρκελώνη ήταν ηλίθιοι. Φτιάξανε ένα βούρκο που δεν μπορούσες να πλησιάσεις και τώρα πας και χαίρεσαι να περπατάς μέσα στην πολυτέλεια και τη χλιδή. Και είναι επίσης ανοιχτό για όλο τον κόσμο. Εδώ θέλανε οι δημαρχαίοι τις παραλίες ανοιχτές για το λαό. Για να πηγαίνουν να πετάνε τα σκουπίδια τους, για να στήνουν τις παράγκες τους και τις σκηνές τους οι τσιγγάνοι και να γίνεται ο χαμός το καλοκαίρι και να περνάς και να ζέχνει και να βρομάει. Αυτά έχουν φτιάξει εδώ πέρα. Και αν πάει κάποιος να τα αξιοποιήσει, όχι. Δες τα χάλια μας. Πόσα χρόνια έχει φύγει το αεροδρόμιο από κάτω; Από το 2001. Έντεκα χρόνια και εξακολουθεί να είναι ένας σκουπιδότοπος. Ακόμα δεν καταφέραμε να το αξιοποιήσουμε. Και για αυτό η Μέρκελ και ο Σαρκοζί φταίνε; Δεν νομίζω. Εμείς φταίμε. Αυτά λέω μαλακίες. Δεν μπορούμε τόσα χρόνια να βρούμε τι θέλουμε να το κάνουμε; Προτιμούμε να το έχουμε σκουπιδότοπο και ανεκμετάλλευτο; Και αν πούμε να το πουλήσουμε, ξεπουλάμε τη χώρα. Τώρα μας φέρνει έσοδα και δεν το έχω καταλάβει; Προτιμούμε να το έχουμε σκουπιδότοπο παρά να το νοικιάσουμε ή να το πουλήσουμε σε κάποιον να το αξιοποιήσει και να φέρει και δέκα θέσεις εργασίας. Λοιπόν αυτή τη προσέγγιση εγώ τη θεωρώ μαλακία. -Η εξαγγελία όμως ήταν να γίνει πάρκο και αυτό διεκδικούν οι κάτοικοι. Ε, να γίνει πάρκο! Ας γίνει κάτι ρε παιδιά! Τώρα γιατί η Αθήνα πρέπει να έχει ένα πάρκο μεγαλύτερο από το Central Park, δεν καταλαβαίνω. Αλλά εντάξει, κάν’ το πάρκο. Κάν’ το όμως! Τώρα είναι σκουπιδότοπος. Έντεκα χρόνια είναι σκουπιδότοπος. Εγώ αυτό βλέπω σαν πολίτης. -Πώς περιγράφετε τον σύγχρονο τουρίστα; Διαβασμένο, ψαγμένο και κυρίως ευαίσθητο στο value for money. Είναι δύσκολο να τον κοροϊδέψεις, γιατί κάποτε δεν είχε την πληροφορία που έχει τώρα και τη δυνατότητα να την βρει. Έχει αποκτήσει περισσότερες εμπειρίες, είτε ταξιδεύοντας, είτε από φίλους, γνωστούς και ότι υπάρχει διαθέσιμο. -Θα βγούμε από την κρίση; Ναι, αναγκαστικά. Θα κοστίσει κάτι. Τώρα, πόσο θα πονέσει αυτό… Είναι σαφές ότι κάποιοι το πληρώνουν πολύ, τους πονάει. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία για αυτό. Κάποια στιγμή όμως θα ισορροπήσει. Μην ξεχνάτε που ήμασταν πριν από μερικά χρόνια. Εμείς οι νεότεροι το ξεχνάμε. Εγώ, είμαι πενήντα. Η γενιά μου και οι κοντινές δεν πήγανε στον πόλεμο, δεν είδαν κατοχή και εμφύλιο, δεν πεινάσανε. Αντίθετα, είχαν φαγητό που περίσσευε, πήγαν σχολείο, έκαναν ταξίδια, μεγαλώσανε με χάδια. Και αυτό ο κόσμος το παραβλέπει. Αυτή η Ευρώπη, την οποία κατηγορούμε, καυτηριάζουμε, της χρεώνουμε όλα τα στραβά της μοίρας μας, διανύει για πρώτη φορά στην ιστορία της, τόση μεγάλης διάρκειας ειρηνική περίοδο. Δεν έχουμε πόλεμο στην Ευρώπη τα τελευταία 70 χρόνια, με εξαίρεση τη βαβούρα που έγινε στη Γιουγκοσλαβία το ‘90. Αν συγκρίνουμε σε επίπεδο κοινωνικού κόστους τι σημαίνει να έχεις πόλεμο με το να έχεις οικονομική κρίση, μέτρα λιτότητας, δεν νομίζω ότι υπάρχει αμφιβολία. Προφανώς οι γενιές πρέπει να προοδεύουν, το ίδιο και οι κοινωνίες και το benchmark να τίθεται με τα καλύτερα δυνατά στάνταρ. Όχι επειδή δεν έχουμε πόλεμο τώρα να αρχίσουμε να σκοτωνόμαστε. Αλλά το κόστος που πληρώνουμε είναι πολύ μικρότερο από αυτό που πλήρωναν οι πατεράδες μας και οι μανάδες μας για να φτάσουν σε ένα καλύτερο επίπεδο. Και αύριο, μεθαύριο θα ξαναφτάσουμε. -Όμως είναι διαφορετικό να μιλάμε εμείς, που έχουμε τη δουλειά μας, σε σύγκριση με κάποιους άλλους που η ζωή τους είναι σαν σε πόλεμο. Ναι, κάποιοι το πληρώνουν. Και δεν ξέρω για πόσο. Βεβαιότατα, η κοινωνία πληρώνει ένα κόστος τεράστιο. Είχα ρωτήσει ένα φίλο Αιγύπτιο, ψαγμένο και φιλοσοφημένο, «Αχμέτ, τι γίνεται με αυτό το ρημαδιό, το Μεσανατολικό; Για πες μου». Και μου λέει, «George, not enough blood». Ελπίζω να μη φτάσουμε εκεί. -Ας αλλάξουμε κλίμα προς το τέλος. Αγαπημένος σας γαστρονομικός προορισμός είναι; Η Θεσσαλονίκη, όπου είμαι frequent visitor. Κάθε φορά πάω σε διαφορετικά μέρη αλλά σταθερή αξία παραμένει το Σερραϊκόν, πάνω από την Αριστοτέλους, ένα μικρό μαγαζί από το 1952. Δεν υπάρχει περίπτωση να περάσω από Θεσσαλονίκη και να μην πάω από εκεί. Και στην Έκθεση που συμμετέχουμε πηγαίνω για μπουγάτσα, μία γλυκιά και μία αλμυρή. -Ποιοι προορισμοί σας εξέπληξαν ευχάριστα; Αυτoί που θεωρώ συνολικά super five star destinations είναι η Μάνη, το Πήλιο και τα Ζαγοροχώρια. Σαν πρωτογενές υλικό είναι κορυφή και δεν έχουν γίνει και τα λάθη της μεγάλης ανάπτυξης που έχουν γίνει αλλού. -Γιατί ασχοληθήκατε με τον τουρισμό; Τυχαία, απέτυχα ως βολεϊμπολίστας λόγω τραυματισμού στο γόνατο, οπότε έπρεπε κάτι να κάνω. Δούλεψα ως βοηθός σερβιτόρου σε ένα εστιατόριο και άρχισε να μου αρέσει. Είχε πλάκα, κόλλησα το μικρόβιο και καλύτερα γιατί αν είχα μείνει στο βόλεϊ, θα έβλεπα μόνο μια μπάλα. Δεν έχω μετανιώσει. Θυμάμαι έναν ξενοδόχο που μου έλεγε ότι «από τον τουρισμό δεν θα βγάλεις λεφτά αλλά θα περνάς ωραία». Και περνάω μια χαρά, δεν έχω παράπονο. -Από τις τέχνες ποια σας αρέσει περισσότερο; Η μουσική. Μόνο που δεν μου αρέσει η ρέγκε και η τέκνο (γέλια). Ακούω κλασική μουσική και περισσότερο μου αρέσει ο Τσαϊκόφσκι, ο οποίος δημιούργησε από συμφωνικά έργα μέχρι εκκλησιαστικές λειτουργίες. Αυτό προτιμώ ως διασκέδαση, εντός εισαγωγικών η λέξη! Πληροφορίες για την καμπάνια του ΣΕΤΕ περί γαστροτουρισμού, στην οποία είναι χορηγός επικοινωνίας και το FnL, στην ιστοσελίδα www.sete.gr