Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

Η φουρνισμένη Κασσιώτισσα

 
φωτογραφία: Καλλιόπη Μαλλόφτη

Του Μανώλη Δημελλά
Το νου σας νάναι ολάσπρος! Θέλει μπόλικα ξύλα για να τα περικάψουμε, τόσο που να μοιάζουν τα εσωτερικά τοιχώματα του φούρνου σα νάναι ασβεστωμένα. Αλλιώς δεν θα ψηθεί το βυζάντι. Ακούτε βρέ;

Μα θα τόπε ίσα με δέκα φορές στα εγγόνια του, όσο σύναε βρούλα και έδενε το φροκάλι εκείνα κουβαλούσαν σα βαριεστημένα, τα ξυλαράκια για τη φωτιά.

Το θηλυκό δεν έβγαζε τσιμουδιά, προσπαθούσε να γλυτώσει τις αγγαρείες της κουζίνας, μα ο έγγονας κάθε τόσο μονολογούσε, έβγαζε κάτι ακαταλαβίστικα για τη μοίρα του, όμως οι μισακές κουβέντες του, ίσα που έφταναν μέχρι τα ξεχαρβαλωμένα ποδάρια του παππού του. Ο πιτσιρίκος φοβόταν, έτρεμε αυτό το μεγαλόσωμο γέρο, σίγουρα θα ήταν ικανός να του γυρίσει καμμιά ξανάστροφη, και μετά χέσε-μέσα, θα έμπλεκε σε ένα σωρό κουβέντες με τη μάνα του, που κι εκείνη ήταν ήδη φουρκισμένη. Αφού αμάθητη ιδρωκοπούσε, προσπάθουσε να ράψει με μια στραβή σακοράφα τη παραγεμισμένη με πασπαρά, κοιλιά του αρνιού.

Η γέμιση με το χόντρο, τα συκωτάκια και τα μυρωικά, δεν της φάνηκε δύσκολη υπόθεση, όμως οι γριές θείες, που μπαινοβγαίναν από τη κουζίνα, σίγουρα τη μάτιαζαν και δεν την άφηναν να κάμει τα δικά της σκέρτσα.

Εδέησε πια, και φέραν στην αυλή όλα τα βυζάντια. Τέσσερα ταψιά, δύο με κατσίκια και δύο αρνιά, όλα με τις κοιλιές τουμπανιασμένες.

Το αρσενικό εγγόνι απόρησε, μα που θα χωρέσουν όλα τούτα, ρώτησε φωναχτά, τον παππού, που σα να είχε καλόγερο στον πωπό, δεν έλεγε να ξαποστάσει πάνω σε καρέκλα.

Ο γέρος συγκινήθηκε, χαμογέλασε μέσα από τα μουστάκια του, τη μια κοιτούσε το καλοραμμένο αρνί, που ξεχώριζε από τα υπόλοιπα των γειτόνων, και την άλλη καμάρωνε τη κόρη, τη πρωτοκόρη, που ήταν ικανή, έτοιμη πια, να κάμει δίχως πλάτες, μοναχή της το γιορτινό τραπέζι.

Έκανε πέρα τα κάρβουνα, σκούπισε με το φροκάλι τον πάτο του φούρνου και κοίταξε σα μαγνητισμένος τα τοιχώματα του φούρνου. Έπειτα έπιασε προσεχτικά τις λαμαρίνες, και τις τοποθέτησε με μαεστρία, και με μια παράξενη σειρά μέσα στο φούρνο.

Έπειτα πήρε λάσπη από πυλό, που λίγο νωρίτερα είχε ετοιμάσει με τα χέρια του, και έκλεισε καλά την είσοδο του φούρνου. Στο τέλος έκαμε κι ένα σταυρό και έτσι γεμάτος κοκκινόχωμα, έπιασε τα δύο εγγόνια, που απορούσαν για την άγνωστη ιεροτελεστία και τα πήρε στη δεξιά κουμούλα του σταύλου.

Πριν ξεκινήσουν τις ατέλειωτες απορίες, για τα κατσίκια, τα αρνιά και το χρόνο, την ώρα που πρέπει να μείνουν σφραγισμένα, τα πρόλαβε στον ύπνο, και ξεκίνησε να τους λέει την ιστορία για τη φουρνισμένη! Μάλιστα, για κείνη τη γυναίκα, που τα παλιά χρόνια την δάγκωσε μια μεγάλη και ιδιότροπη αράχνη. Από κείνες τις δίχρωμες, τις χνουδωτές, τις αροαλίνες, που και μόνο να τις υποψιαστείς, σκιάζεσαι και το βάζεις στα πόδια όσο πιο γρήγορα μπορείς.

Η Κασιώτισσα, γιατί από τη Κάσο ήταν η άτυχη γυναίκα, δεν πρόλαβε να τραβηχτεί και η μοβόρα αράχνη έμπηξε τα σουβλερά δόντια της στο σώμα της, εκείνη σαν αλλοπαρμένη, ίσα που πρόλαβε να γυρίσει κλαίγοντας στο χωριό, έδειξε τις δύο τρυπίτσες από το δάγκωμα κι λιγοθύμησε, μάλλον από τρομάρα, αφού το δηλητήριο ακόμη δε την είχε πιάσει.

Οι πιο μεγάλοι γνώριζαν και αμέσως άναψαν το φούρνο, δεν περίμεναν να γίνει άσπρος, ίσα που τον ζέσταναν και έβαλαν μέσα τη άτυχη γυναίκα. Άμα σε δαγκάσει αράχνη, θέλει ζέστη για να διαλυθεί το δηλητήριο από το σώμα, έτσι έλεγαν και ξανάλεγαν, ενώ όλοι περίμεναν τα αποτελέσματα από τη περίεργη θεραπεία.

Τα εγγόνια είχαν κρεμαστεί πάνω στα χείλια του παππού, σχεδόν νύχτωσε και η μάνα έφερε τη λάμπα του πετρελαίου και τα πανωφόρια των παιδιών, ενώ ο γέρος, ίσα που πρόλαβε να χαϊδέψει τα μακριά, σκούρα μαλλιά της πρωτοκόρης του.

Έρχεται κι δική μου ώρα πατέρα, τα βαρέθηκα, θα τα κόψω κοντά-κοντά, του πέταξε, καθώς επέστρεφε βιαστικά στη σχεδόν βομβαρδισμένη κουζίνα, κι εκείνος σα να μην άκουσε καλά, της φώναξε να τα αφήσει να μακρύνουν, μην τα ξανακόψει κόρη μου.

Γύρισε στα παιδιά που είχαν πιάσει τις ερωτήσεις.

Έζησε η γυναίκα που τη δάγκωσε η αράχνη; πότε θα ανοίξουμε το φούρνο; Πως ξέρεις ότι δεν θα καούν τα αρνιά;

Μα όλα θέλουν το ψήσιμο τους, τη κατάλληλη φωτιά και το χρόνο που τους πρέπει.

Η φουρνισμένη τα κατάφερε, άντεξε από το δάγκωμα της αροαλίνας, και άφησε κληρονομιά το παρατσούκλι, για να μην γλυτώσουμε ποτέ από την ιστορία της. Όσο για τα οφτά και τα βυζάντια, θέλουν υπομονή και σιγουριά. Μετά έρχεται η όρεξη.

Πήρε στην αγκαλιά του τα δύο εγγόνια, μα δεν σας έχω πει την ιστορία για εκείνον που έσκασε από το πολύ φαϊ;

Εκείνον τον άμοιρο, που πήγε ευχαριστημένος, από τη δρίλα τους κουκνούκους και τα κόκκινα αυγά. Θα θυμηθούμε πολλές ιστορίες μέχρι να σπάσουμε την είσοδο του φούρνου...