Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Συμμετοχή των νησιών στην Εθνεγερσία του 1821






Επιμέλεια: Νίκος Νικολάου - Αντώνης Αγγελης

Η Ρόδος, επαρχία του Οθωμανικού κράτους, πρωτεύουσα του νησιωτικού συμπλέγματος, έδρα του Τούρκου διοικητή (βαλή) και βάση στρατευμάτων, με οθωμανικό πληθυσμό να κατοικεί μέσα στο Κάστρο, δεν θα μπορέσει να πάρει ενεργό μέρος στην επανάσταση του 1821. Συμβάλλει, όμως, στον αγώνα για την ανεξαρτησία του υπόδουλου Έθνους. Επίλεκτα μέλη της, μυούνται στη Φιλική Εταιρεία, με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Αγάπιο. Όμως, το κίνημα που δημιουργήθηκε, προδόθηκε και οι μυημένοι σ' αυτό συλλαμβάνονται, βασανίζονται και φυλακίζονται.

Ροδίτες, σπουδαστές στην Ευρώπη, έμποροι της Αιγύπτου και όσοι έφυγαν από τη Ρόδο στην επαναστατημένη Ελλάδα, παίρνουν μέρος στην Επανάσταση ή βοηθούν οικονομικά τον Αγώνα.

Πάτμιος είναι ο Εμμανουήλ Ξάνθος, ένας από τους τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας, όπως επίσης Πάτμιος είναι και ο φλογερός απόστολος και αγωνιστής Δημήτριος Θέμελης, ο οποίος επισκέπτεται τα περισσότερα νησιά και μυεί όλα τα σημαίνοντα πρόσωπα στη Φιλική Εταιρεία, προετοιμάζοντας τον γενικό ξεσηκωμό

Δημήτριος Θέμελης

Διοικητής της Ρόδου τα χρόνια της επανάστασης, (1822-1835), ήταν ο διαβόητος Μεχμέτ Σουκιούρμπεης, μπέης μουτεσαρίφης του σαντζακίου της Ρόδου, που η παράδοση περιγράφει ως τρομερό χριστιανομάχο, ανάλγητο και τυραννικό. Είχε αντικαταστήσει τον φιλέλληνα Γιουσούφ Βέη, που μετατέθηκε στη Χίο με τον τίτλο του πασά. Λέγεται ότι ο Σουκιούρμπεης καταγόταν από τη Μάνη, γόνος της αρχοντικής οικογένειας των Μαυρομιχαλαίων και αδελφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Στη Ρόδο, διέμενε στη συνοικία του Νιοχωριού, στου «Μουσταφά Καπιτάνου το Σαράι», κοντά στη σχολή των «Φρέρηδων». Μικρό παιδί το πήραν οι Τούρκοι και τούρκεψε. Κι όπως ήταν έξυπνος ανέβηκε γρήγορα στα αξιώματα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ως ναύαρχος, επισκέφθηκε τη Μάνη, την πατρίδα του και τον υποδέχθηκε εθιμοτυπικά ο ίδιος ο αδελφός του ο Πετρόμπεης. Ζήτησε να δει τη γρια αρχόντισσα, τη Μαυρομιχάλαινα κι όταν βρέθηκε μπροστά της γονάτισε, της φίλησε το χέρι και της είπε ότι είναι ο χαμένος της γιος. Κι εκείνη, αγέρωχη αρχόντισσα του δήλωσε πως δεν μπορεί να έχει Τούρκο γιο και τον έδιωξε ασυγκίνητη.

Αλλά αν η Ρόδος δεν μπόρεσε να επαναστατήσει, τα άλλα μας νησιά ξεσηκώνονται και στέκονται αλληλέγγυα στο μαχόμενο Έθνος.

Πρώτη η Πάτμος υψώνει τη σημαία της Επανάστασης με υποκίνηση του Πάτμιου Πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφιλου, ο οποίος κηρύχθηκε έκπτωτος για τη δράση υπέρ του αγώνα.

Τον Απρίλη του 1821 ξεσηκώνεται η Κάσος και θέτει στη διάθεση του αγώνα τη ναυτική της αρμάδα. Τα μέχρι τότε εμπορικά καράβια οπλίζονται με κανόνια κι αρχίζουν την πολεμική τους δράση. Τα κασιώτικα καράβια πλέουν προς τη Ρόδο με ξεδιπλωμένες τις επαναστατικές τους σημαίες και αρχίζουν τον κανονιοβολισμό του φρουρίου της, προκαλώντας πανικό στους Οθωμανούς του νησιού.

Την Κάσο ακολουθεί η Κάρπαθος, η Χάλκη, η Νίσυρος, η Σύμη, η Τήλος, η Κάλυμνος, η Λέρος, η Κως, το Καστελλόριζο, η Αστυπάλαια, όλα τα Δωδεκάνησα σηκώνουν τη σημαία της λευτεριάς και διώχνουν τις τουρκικές φρουρές.

Στην Κω, στίφη φανατισμένων μουσουλμάνων ξεχύνονται στο νησί, σφάζουν, λεηλατούν και εξανδραποδίζουν. Τα νησιά φοβούνται αντίποινα. Και τότε, δυο κασιώτικα πολεμικά καράβια αναλαμβάνουν να περιπολούν νύχτα και μέρα το στενό της Ρόδου, άγρυπνοι φύλακες της Σύμης, της Χάλκης, της Τήλου και της Νισύρου.

Αλλά η κασιώτικη αρμάδα προσπαθεί να βοηθήσει και την Κρήτη, παίρνοντας τροφές, όπλα, εφόδια στο επαναστατημένο νησί και μεταφέροντας Κρητικούς πρόσφυγες στην Κάσο και την Κάρπαθο. Σ' εκείνες τις πολεμικές επιχειρήσεις θα σκοτωθεί, πολεμώντας ηρωικά, ο καπετάν Θεόδωρος Κανταριτζής, ένας από τους πιο δοξασμένους καπετάνιους της Κάσου.

Κι οι ναυτικές επιχειρήσεις των Κασιωτών γίνονται ολοένα και πιο παράτολμες. Καταστρέφουν τουρκικά πλοία μέσα στον κόλπο της Αττάλειας, επιχειρούν ριψοκίνδυνες επιδρομές στο Καστελλόριζο και ιδιαίτερα στο λιμάνι της Δαμιέττης της Αιγύπτου, με τον καπετάν Χατζη-Νικόλα Μακρή. Αιχμαλωτίζουν 36 πλοία γεμάτα τροφές, που τις μετέφεραν στη λιμοκτονούσα Κάσο, τα δε καράβια τα παρέδωσαν στην επαναστατική κυβέρνηση για να τα μετατρέψει σε πυρπολικά.

Το 1824, η αρμάδα του Μεχμέτ Αλή, μεταφέροντας χιλιάδες στρατιωτών, ανεβαίνει στο Αιγαίο. Οι Κασιώτες αντιλαμβάνονται ότι θα είναι ο πρώτος της στόχος, αλλά δεν πτοούνται. Οχυρώνουν το νησί σε όλα τα σημεία μιας πιθανής απόβασης των Τουρκοαιγυπτίων και εξοπλίζουν όλους, όσοι μπορούν να κρατήσουν όπλα, υπερήφανοι και αποφασισμένοι για τον έσχατο αγώνα και την αναπόφευκτη υπέρτατη θυσία. Η Κρήτη ήδη είχε πέσει και η επανάστασή της είχε καταπνιγεί στο αίμα.

Αρχές Μαϊου του 1824 κι ο εχθρικός στόλος ζώνει την Κάσο. Οι Τούρκοι προσπαθούν να βγουν και το ηρωικό νησί απαντά με τα κανόνια του.

Μα πόσο θα μπορέσει να αντέξει; Γράφουν στην κυβέρνηση και ζητούν απεγνωσμένα βοήθεια, περιγράφοντας την τραγική κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Είναι η περίοδος του εμφύλιου σπαραγμού στην ηπειρωτική Ελλάδα, το δάνειο δεν έρχεται, οι ιδιωτικοί πόροι είναι πενιχροί και δεν επαρκούν ούτε για τις δικές τους ανάγκες. Η Κάσος θα μείνει μόνη.

Η εχθρική αρμάδα αφού ανασυντάχθηκε, ενισχυμένη από 35 ακόμα πλοία, αρχίζει την ασφυκτική της πολιορκία, από τη θάλασσα, με επικεφαλής τον Χουσεϊν μπέη. Είναι 27 Μαϊου του 1824, ημέρα Σάββατο. Η ώρα της θυσίας πλησιάζει.

Ακολουθούν φονικές μάχες και οι Τουρκοαιγύπτιοι αποβιβάζουν 200 άνδρες σε ερημική τοποθεσία του νησιού για να κυκλώσουν τους ηρωικούς μαχητές. Ο ίδιος ο Χουσεϊν βγήκε στη ξηρά με 2.000 στρατό.

Οι Κασιώτες πολεμιστές, με τους αρχηγούς τους, Ιωάννη Γρηγοριάδη κα Μάρκο Μαλλιαράκη, μετά από σφοδρή και άνιση μάχη, με πολλούς νεκρούς, υποχωρούν στα βουνά αφήνοντας τα χωριά στα χέρια των εχθρών. Οι Τουρκοαιγύπτιοι ρίχτηκαν στη σφαγή, την αρπαγή, τη λεηλασία και σε κάθε είδους κτηνωδία. 2.000 γυναικόπαιδα εξανδραποδίστηκαν και μεταφέρθηκαν για να πουληθούν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής και της Αφρικής.

Ο καπετάν Μάρκος Μαλλιαράκης, που, με λίγους πολεμιστές, αντιστάθηκαν σθεναρά στα βουνά απέναντι σε 2.000 αιμοχαρείς τουρκοαιγύπτιους, πιάστηκε ζωντανός και οδηγήθηκε μπροστά στον πασά. Κατάφερε να λυθεί και να σκοτώσει τρεις Τούρκους. Μέχρι που χίμηξαν όλοι οι άλλοι πάνω του και με τις σπάθες τους τον κομμάτιασαν. Έτσι πέθανε ο Μάρκος, έτσι πατήθηκε η Κάσος. Η καταστροφή της θα συγκλονίσει την Ελλάδα.

Η κασιώτικη δημοτική μούσα θα τραγουδήσει εκείνο το χαλασμό, με το τραγούδι:

Μαύρο πουλάκι κάθεται στης Κάσου τ' αγριοβούνι,
βγάλλει φωνίτσα θλιερή και μαύρο μοιρολόι.
Μάνα, κλαμός και βουγκητός εις το νησί της Κάσου!
Η μάνα κλαίει το παιδί και το παιδί τη μάνα
κι ο αερφός την αερφή κι άουρος τηκ καλήτ του.
Μπας και πανούκλα πλάκωσε, μπας και σεισμός εϊνη;
Μηδέ πανούκλα πλάκωσε, μητέ σεισμός εϊνη,
Χουσεϊν πασιάς επλάκωσεν από την Αλεξάντρα.
Γίνονται στίβες τα κορμιά, τα αίματα ποτάμια.
Σφάζουν τους γέρους και τις γριές κι όλα τα παλικάρια
τις κοπελιές και τα μωρά στη φλότα τους μπαρκάρουν
σκλάβους να τους πουλήσουσι στης Μπαρμπαριάς τα μέρη.
Και μια απ' τις σκλάβες ήλεγε με θλιερή φωνίτσα.
Χίλια κι αν κάμεις, Χουσεϊν, χίλια κι αν μας πουλήσεις,
εμείς του Τούρκου το σπαθί 'εθ θα το φοηθούμε
για θα μας κόψεις ούλους μας, για λευτεριά θα 'ούμε.

Την κατάληψη της Κάσου ακολούθησε η κατάληψη της Καρπάθου, της Χάλκης, της Σύμης και των άλλων επαναστατημένων νησιών.

Τα πράγματα προχωρούν με γοργό ρυθμό. Ο αιγυπτιακός στόλος από 245 πλοία σε τρεις μοίρες, ξεκίνησε από την Αίγυπτο και φθάνει στην Ελλάδα. Η πρώτη μοίρα φθάνει στη Ρόδο, λίγο μετά και οι άλλες δύο, με τον Ιμπραήμ. Πολλά ξένα μεταγωγικά που συμμετέχουν έχουν διάφορες ευρωπαϊκές σημαίες. Η Ρόδος και η Μάκρη, απέναντι, είναι τα κέντρα όπου συγκεντρώνονται.

Πολλά θλιβερά επεισόδια διηγούνται για την έξοδο των πληρωμάτων στην πόλη. Οι κάτοικοι, κυρίως οι γυναίκες, κλείνονταν στα σπίτια, για να αποφύγουν τους βανδαλισμούς. Είναι οι λεγόμενοι «γαλουντζήδες» που μεθούσαν κι άρχιζαν τις βιαιότητες στις συνοικίες έως τα Τριάντα. Σκότωσαν τον πλοίαρχο Μάκρα με τρεις ναύτες και διαρπάσαν το καράβι του στο Μανδράκι.

Ο ελληνικός στόλος θα εκδικηθεί για την Κάσο και τα Ψαρά, που κι αυτά είχαν το ίδιο φρικτό τέλος, όταν, στις 29 Αυγούστου του 1824, στον μικρασιατικό κόλπο του Γέροντα, απέναντι από την Κάλυμνο, θα δώσει τη μεγαλύτερη ναυμαχία της Επανάστασης. Ο ναύαρχος Μιαούλης, παρά την αριθμητική υπεροχή του εχθρού, θα κάψει τα πλοία τους και θα πετύχει πρωτοφανή νίκη, προκαλώντας παραλήρημα χαράς στο λαό της Καλύμνου που υποδέχθηκε τους δοξασμένους ναυμάχους, όταν τα καράβια αγκυροβόλησαν, μετά τη ναυμαχία, στο νησί τους.



Απόσπασμα από δημοτικό τραγούδι της Κω, για το πώς έζησαν οι Κώοι τη ναυμαχία του Γέροντα. (Από τη συλλογή του Άγγλου νεοελληνιστή, R.M. Dawkins, Τραγούδια της Δωδεκανήσου, που κατέγραψε ο Κώος ιστοριοδίφης και συλλέκτης λαογραφικού υλικού, Ιάκωβος Ζαρράφτης)

...................
Δευτέρας το ξημέρωμα, κοντά το μεσημέρι,
οι Τούρκοι πέσαν άξαφνα βαριά αρματωμένοι,
να κατασφάξουν τορ ραγιάν, κανένας να μη μένη.
Άλλοι επέφτα στο γιαλό, και άλλοι στα πηγάδια
και άλλοι ξεκόφτα σαλ λαγοί στους βάτους, στα λιβάδια,
και άλλοι κόφτα στα βουνά, όσ' ήσαμ παλληκάρια,
όσ' είχαν δυνατήγ καρδιά κι ακούραστα ποδάρια
Κι εκεί που φεύγαν έλεγαν με μμάτια δακρυσμένα,
με χείλη στο παράπονον της πίκρας βουτισμένα.
Χριστέ, ας είχαμεγ κ' εμείς άρματα σαγ κ' εκείνους,
να πολεμούσαμεγ κ' εμείς μ΄ αυτούς τους Σαρακήνους!
Χριστέ, κι ας είχαμε σπαθιά, τουφέκια και κοντάρια,
να πολεμούσαμε κ' εμείς σαγ κι άλλα παλληκάρια.
Χριστέ, κι ας ήτο βολλετόν κι εμείς ν' αρματωθούμεν,
να δούσι οι Σαρακηνοί κ' εμείς πώς πολεμούμεν.
Μα τώρα οι Αγαρηνοί μας σφάζαν σαν θρεφτάρια,
παιδιά με μάνες και κυρούς, κόρες και παλληκάρια.
Τες πόρτες σπούσι καθενός, τα έχει μας μάς παίρνουν,
τες εκκλησιές μας γδύνουσι, και τους παπάδες γδέρνουν,
κοιλιές μανάδων σχίζουσι και τα μωρά σκοτώνουν,
τους γέρους καίουν ζωντανούς και τους τρυποσουβλώνουν.
Τα παλληκάρια ξέγκωνα, εκεί που θα τα βρούνε,
εις τα παλούκια ζωντανά απάνω τα περνούνε.
Τες όμορφες, τες ακριβές, που δεν τες είδε μμάτι,
πο τα μαλλιά τες σέρνουνε για ένα μας γινάτι.
...................

Το τελειωτικό κτύπημα στους τουρκοαιγύπτιους, δόθηκε, όταν ο ενωμένος στόλος της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας έστειλε τα πλοία τους στο βυθό του κόλπου του Ναβαρίνου και αναπτέρωσε τις ελπίδες των Ελλήνων που, μετά τους εμφυλίους πολέμους, βρέθηκε με την επανάσταση στο χείλος της καταστροφής.

Το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830 επικύρωσε την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους, που η Ελλάδα είχε κερδίσει, με το αίμα των ηρωικών αγωνιστών της στα πεδία των μαχών αλλά που πέρασε από τις συμπληγάδες πέτρες του διπλωματικού παρασκηνίου και της «μάχης», για πολιτική επικράτηση, των λεγόμενων «προστάτιδων δυνάμεων» επί του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.